Θυρεοειδής
αδένας
Επινεφρίδια
Σακχαρώδης Διαβήτης Μεταβολισμός
Μεταβολισμός ασβεστίου Οστεοπόρωση Παραθυρεοειδεις αδενες
Αναπαραγωγική Ενδοκρινολογία Εμμηνόπαυση
Υποφυση Υποθάλαμος
Ενδοκρινική Ογκολογία
Σακχαρώδης Διαβήτης Κύησης:
Η εγκυμοσύνη είναι μία κατάσταση που χαρακτηρίζεται φυσιολογικά από αντίσταση στην ινσουλίνη. Ωστόσο, αν ο οργανισμός δεν καταφέρει να ανταπεξέλθει σ’ αυτές τις φυσιολογικές μεταβολές στα πλαίσια των αυξημένων αναγκών της εγκυμοσύνης, τότε εμφανίζεται διαβήτης κύησης.
Οι γυναίκες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν διαβήτη κύησης περιλαμβάνουν αυτές που είναι υπέρβαρες ή παχύσαρκες, έχουν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη, είχαν διαβήτη κύησης σε προηγούμενη εγκυμοσύνη ή είναι άνω των 35 ετών.
Η θεραπεία για τον διαβήτη κύησης συνήθως περιλαμβάνει έναν συνδυασμό τροποποιήσεων στον τρόπο ζωής, όπως υγιεινή διατροφή και τακτική άσκηση, παρακολούθηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, θεραπεία με ινσουλίνη.
Με την κατάλληλη διαχείριση, οι περισσότερες γυναίκες με διαβήτη κύησης έχουν μια υγιή εγκυμοσύνη και τοκετό.Tα επίπεδα σακχάρου στο αίμα τους συνήθως επιστρέφουν στο φυσιολογικό μετά τη γέννηση του μωρού.
Θυρεοειδής και κύηση:
Οι θυρεοειδικές ορμόνες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη γονιμότητα, στη σύλληψη και στην ομαλή εξέλιξη της εγκυμοσύνης.
Για τις γυναίκες που εμφανίζουν υποθυρεοειδισμό στην εγκυμοσύνη, η έγκαιρη διάγνωση και η εξειδικευμένη παρακολούθηση από Ενδοκρινολόγο αποτελούν το πιο ασφαλές και αποτελεσματικό βήμα προς μια υγιή και επιτυχημένη εγκυμοσύνη. Όταν προϋπάρχει υποθυρεοειδισμός , οι αυξημένες μεταβολικές απαιτήσεις του οργανισμού κατά την εγκυμοσύνη καθιστούν αναγκαία την αναπροσαρμογή της δόσης της θυροξίνης (Τ4).
Ο υπερθυρεοειδισμός, δηλαδή η υπερλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα με αυξημένη παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών (Τ3, Τ4) και αντίστοιχα χαμηλά επίπεδα TSH, κατά την εγκυμοσύνη αποτελεί μια κατάσταση που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και στενή παρακολούθηση.
Όταν δεν ρυθμίζεται επαρκώς, μπορεί να επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις τόσο στη μητέρα όσο και στο έμβρυο, όπως αρτηριακή υπέρταση, καρδιακές αρρυθμίες, εμβρυϊκή ταχυκαρδία, αυξημένο κίνδυνο αποβολής, πρόωρο τοκετό και γέννηση νεογνού με χαμηλό βάρος.
Σε αρκετές περιπτώσεις, ήπιες διαταραχές της θυρεοειδικής λειτουργίας εμφανίζονται παροδικά κατά τους πρώτους μήνες της κύησης και θεωρούνται φυσιολογικές (παροδική υπερθυροξιναιμία της κύησης). Σε άλλες περιπτώσεις, η αιτία μπορεί να είναι η εκδήλωση της νόσου Graves, η οποία απαιτεί εξειδικευμένη αντιμετώπιση και συστηματική ιατρική παρακολούθηση. Η θυρεοειδίτιδα της λοχείας (postpartum θυρεοειδίτιδα) είναι μια φλεγμονώδης διαταραχή του θυρεοειδούς που εκδηλώνεται τους πρώτους μήνες μετά τον τοκετό.
Αρχικά, η έντονη φλεγμονή του θυρεοειδούς προκαλεί απελευθέρωση μεγάλων ποσοτήτων θυρεοειδικών ορμονών, προκαλώντας συμπτώματα που θυμίζουν υπερθυρεοειδισμό (ταχυκαρδία, απώλεια βάρους, κόπωση, ευαισθησία, εφίδρωση). Στη συνέχεια, κατά κανόνα μεταπίπτει σε υποθυρεοειδισμό , ενώ περίπου το 25% των γυναικών επανέρχεται στη φυσιολογική λειτουργία.