Θυρεοειδής
αδένας
Επινεφρίδια
Σακχαρώδης Διαβήτης Μεταβολισμός
Μεταβολισμός ασβεστίου Οστεοπόρωση Παραθυρεοειδεις αδενες
Αναπαραγωγική Ενδοκρινολογία Εμμηνόπαυση
Υποφυση Υποθάλαμος
Ενδοκρινική Ογκολογία
Τα επινεφρίδια είναι δύο μικροί ενδοκρινείς αδένες που βρίσκονται πάνω από κάθε νεφρό και παίζουν ζωτικό ρόλο στη ρύθμιση πολλών βασικών λειτουργιών του οργανισμού. Αποτελούνται από δύο τμήματα, τον φλοιό και τον μυελό, τα οποία παράγουν διαφορετικές ορμόνες με σημαντική δράση στο σώμα.
Ο φλοιός των επινεφριδίων εκκρίνει κορτιζόλη, αλδοστερόνη και ανδρογόνα, ορμόνες που συμμετέχουν στον μεταβολισμό, στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών, καθώς και στην απόκριση του οργανισμού στο στρες. Ο μυελός των επινεφριδίων παράγει κατεχολαμίνες, κυρίως αδρεναλίνη και νοραδρεναλίνη, οι οποίες ενεργοποιούν τον οργανισμό σε καταστάσεις έντασης ή κινδύνου. Μέσω της ορμονικής τους δράσης, τα επινεφρίδια συμβάλλουν στην προσαρμογή του οργανισμού στις καθημερινές απαιτήσεις και στη διατήρηση της εσωτερικής ισορροπίας (ομοιόστασης). Για τον λόγο αυτό, οι διαταραχές της λειτουργίας τους μπορεί να έχουν εκτεταμένες επιπτώσεις στην υγεία και απαιτούν εξειδικευμένη ιατρική αξιολόγηση. Κλινικά, οι παθήσεις των επινεφριδίων εκδηλώνονται με ποικίλα και συχνά μη ειδικά συμπτώματα, όπως υπέρταση ανθεκτική στη θεραπεία, διαταραχές ηλεκτρολυτών, αύξηση ή απώλεια σωματικού βάρους, μυϊκή αδυναμία, κόπωση, διαταραχές γλυκαιμίας και ψυχικές μεταβολές.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το σύνδρομο Cushing, ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός, το φαιοχρωμοκύττωμα και η επινεφριδιακή ανεπάρκεια, καταστάσεις που απαιτούν υψηλό βαθμό κλινικής υποψίας για την έγκαιρη διάγνωση. Η διαγνωστική προσέγγιση βασίζεται σε εξειδικευμένο ορμονικό έλεγχο, απεικονιστικές εξετάσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, γενετικό έλεγχο.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση είναι αιτιολογική και εξατομικευμένη, περιλαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή, χειρουργική αφαίρεση ή μακροχρόνια ορμονική υποκατάσταση. Η στενή παρακολούθηση από Ενδοκρινολόγο είναι απαραίτητη για τη βέλτιστη ρύθμιση της νόσου και την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών.