Σακχαρώδης Διαβήτης Μεταβολισμός

Υπηρεσίες

Σακχαρώδης διαβήτης - Μεταβολισμός

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια χρόνια μεταβολική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αύξηση της συγκέντρωσης του σακχάρου στο αίμα (υπεργλυκαιμία). Προκαλείται είτε από ελαττωμένη έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας είτε από ελλαττωματική δράση της ινσουλίνης στα κύτταρα του οργανισμού. Η νόσος αυτή χωρίς την κατάλληλη θεραπεία έχει σαν αποτέλεσμα επιπλοκές που αφορούν όλα τα συστήματα του οργανισμού (αμφιβληστροειδοπάθεια, νεφροπάθεια, περιφερική νευροπάθεια, καρδιαγγειακή νόσο κα).

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 αποτελεί μια αυτοάνοση πάθηση κατά την οποία το πάγκρεας αδυνατεί να παράγει ινσουλίνη. Όταν απουσιάζει η ινσουλίνη, η γλυκόζη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα κύτταρα και έτσι τα επίπεδά της στο αίμα αυξάνονται.

Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητη η εξωγενής χορήγηση ινσουλίνης. Αξιοποιούμε όλες τις σύγχρονες τεχνολογίες, όπως η συνεχής καταγραφή γλυκόζης (CGM), οι αντλίες ινσουλίνης και τα κλειστά συστήματα, σχεδιάζοντας μια προσωπική θεραπευτική στρατηγική που ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες ανάγκες και στόχους κάθε ασθενούς. Ο Διαβήτης τύπου 2 είναι η πιο κοινή μορφή διαβήτη, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 90-95% όλων των περιπτώσεων. Οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν τη γενετική προδιάθεση, την έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, το αυξημένο σωματικό βάρος και τις διατροφικές συνήθειες. Η συνεργασία με το άτομο με διαβήτη είναι κεντρικής σημασίας για την επίτευξη βέλτιστων αποτελεσμάτων. Εκπαιδεύουμε τους ασθενείς σχετικά με τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και προσφέρουμε προσαρμοσμένες συμβουλές για την φαρμακευτική αντιμετώπιση της νόσου.

Άλλους τύπους διαβήτη αποτελούν ο διαβήτης κύησης , ο μονογονιδιακός διαβήτης (MODY), ο αυτοάνοσος διαβητης των ενηλικων (LADA) και ο διαβητης που οφείλεται σε νόσους του παγκρέατος, σε άλλες συστηματικές νόσους (κυστικη ινωση) καθώς και σε φάρμακα.

Μεταβολισμός - Παχυσαρκία

Η παχυσαρκία αναγνωρίζεται σήμερα ως χρόνια, υποτροπιάζουσα και πολυπαραγοντική νόσος, και όχι απλώς αποτέλεσμα αυξημένης πρόσληψης τροφής ή έλλειψης αυτοελέγχου. Χαρακτηρίζεται από παθολογική συσσώρευση λιπώδους ιστού, η οποία επηρεάζει τη λειτουργία πολλών οργανικών συστημάτων και συνοδεύεται από σημαντικές μεταβολικές, ορμονικές και φλεγμονώδεις διαταραχές.

Η νόσος προκύπτει από πολύπλοκη αλληλεπίδραση γενετικών προδιαθέσεων, νευροορμονικών μηχανισμών ρύθμισης της όρεξης και του κορεσμού, περιβαλλοντικών παραγόντων και τρόπου ζωής. Η διαταραχή της ενεργειακής ομοιόστασης οδηγεί σε αυξημένο σωματικό βάρος και σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών επιπλοκών, όπως σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, καρδιαγγειακά νοσήματα, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, σύνδρομο υπνικής άπνοιας, μυοσκελετικές παθήσεις και ορισμένες μορφές καρκίνου.

Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας ως νόσου απαιτεί μακροχρόνια, ολιστική και εξατομικευμένη προσέγγιση, με τη συμμετοχή διεπιστημονικής ομάδας. Ο συνδυασμός ιατρικής παρακολούθησης, τροποποίησης του τρόπου ζωής, διατροφικής εκπαίδευσης, ψυχολογικής υποστήριξης και, όπου ενδείκνυται, φαρμακευτικής ή χειρουργικής παρέμβασης, στοχεύει όχι μόνο στη μείωση του σωματικού βάρους αλλά κυρίως στη βελτίωση της συνολικής υγείας και της ποιότητας ζωής του ασθενούς. Ο ενδοκρινολογικός έλεγχος της παχυσαρκίας και του μεταβολισμού αποτελεί βασικό βήμα για τη συνολική αξιολόγηση των αιτιών αύξησης του σωματικού βάρους και των συνοδών μεταβολικών διαταραχών. Στόχος του ελέγχου είναι ο αποκλεισμός ή η διάγνωση υποκείμενων ενδοκρινολογικών παθήσεων που μπορεί να συμβάλλουν στην παχυσαρκία, καθώς και η εκτίμηση του μεταβολικού κινδύνου του ασθενούς.

Ο έλεγχος περιλαμβάνει αναλυτικό ιατρικό ιστορικό, κλινική εξέταση και εργαστηριακές εξετάσεις, όπως αξιολόγηση της θυρεοειδικής λειτουργίας, του άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων, του μεταβολισμού της γλυκόζης και της ινσουλίνης, του λιπιδαιμικού προφίλ και της ηπατικής λειτουργίας. Παράλληλα, εξετάζονται ορμόνες που σχετίζονται με την όρεξη, τον κορεσμό και την κατανομή του λίπους, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο.