Θυρεοειδής
αδένας
Επινεφρίδια
Σακχαρώδης Διαβήτης Μεταβολισμός
Μεταβολισμός ασβεστίου Οστεοπόρωση Παραθυρεοειδεις αδενες
Αναπαραγωγική Ενδοκρινολογία Εμμηνόπαυση
Υποφυση Υποθάλαμος
Ενδοκρινική Ογκολογία
Η οστεοπόρωση είναι μια κατάσταση στην οποία τα οστά καθίστανται αδύναμα και εύθραυστα, αυξάνοντας τον κίνδυνο καταγμάτων. Είναι μια κοινή πάθηση, ιδιαίτερα μεταξύ των ηλικιωμένων και των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, και είναι συχνά ασυμπτωματική μέχρι να εμφανιστεί κάταγμα. Η οστεοπόρωση αναπτύσσεται όταν ο σκελετός χάνει σημαντικό μέρος της οστικής του μάζας ή αποτυγχάνει να παράγει αρκετό νέο οστικό ιστό, με αποτέλεσμα τα οστά να γίνονται αδύναμα και εύθραυστα.
Παράγοντες κινδύνου:
Τα συμπτώματα της οστεοπόρωσης μπορεί να μην είναι εμφανή έως ότου ένα οστό υποστεί κάταγμα, αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν πόνο στην πλάτη, απώλεια ύψους με την πάροδο του χρόνου και κύφωση. Η οστεοπόρωση συνήθως διαγιγνώσκεται μέσω της μέτρησης οστικής πυκνότητας στην σπονδυλική στήλη, το ισχίο και άλλα οστά. Η θεραπεία για την οστεοπόρωση μπορεί να περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για την επιβράδυνση της οστικής απώλειας, την αύξηση της οστικής πυκνότητας και τη μείωση του κινδύνου καταγμάτων, καθώς και αλλαγές στον τρόπο ζωής όπως η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας, η διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων ασβεστίου και βιταμίνης D και η διακοπή του καπνίσματος.
Η πρόληψη της οστεοπόρωσης περιλαμβάνει τη διατήρηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, συμπεριλαμβανομένης της τακτικής σωματικής δραστηριότητας, μιας ισορροπημένης διατροφής πλούσιας σε ασβέστιο και βιταμίνης D και αποφυγή του καπνίσματος και της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ. Στο ιατρείο γίνεται διάγνωση, θεραπεία και παρακολούθηση της οστεοπενίας και οστεοπόρωσης. Σε κάθε περίπτωση γίνεται εκτίμηση του καταγματικού κινδύνου (frax score) και δίνονται στον ασθενή εξατομικευμένες οδηγίες και θεραπεία εφόσον χρειαστεί.
Το ασβέστιο είναι απαραίτητο για πολλές σωματικές λειτουργίες, ωστόσο όταν πλεονάζει στο αίμα μπορεί να προκαλέσει μια σειρά από συμπτώματα και προβλήματα υγείας.
Η πιο κοινή αιτία υπερασβεστιαιμίας είναι ένας ..υπερδραστήριος παραθυρεοειδής αδένας, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη ρύθμιση των επιπέδων ασβεστίου στο σώμα. Αυτή η κατάσταση λέγεται πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός. Η περίσσεια της παραθορμόνης οδηγεί σε διαταραχή του μεταβολισμού του ασβεστίου και του φωσφόρου, με αποτέλεσμα αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα.
Άλλες αιτίες : φάρμακα, κακοήθειες , κοκκιωματώδεις νόσοι (πχ σαρκοείδωση) καθώς και άλλες ενδοκρινοπάθειες . Τα συμπτώματα της υπερασβεστιαιμίας μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης και περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος, αδυναμία, κόπωση, σύγχυση και πόνο στα οστά.
Ο υπερπαραθυρεοειδισμός κλινικά μπορεί να εκδηλωθεί με οστική απώλεια και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων, νεφρολιθίαση, μυϊκή αδυναμία, κόπωση και γαστρεντερικά ή νευροψυχιατρικά συμπτώματα, αν και συχνά διαγιγνώσκεται εργαστηριακά σε ασυμπτωματικά άτομα. Η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη αντιμετώπιση είναι σημαντικές για την πρόληψη επιπλοκών και τη διατήρηση της οστικής και νεφρικής υγείας.
Η θεραπεία για την υπερασβεστιαιμία συνήθως περιλαμβάνει τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας, όπως η χειρουργική αφαίρεση ενός αδενώματος παραθυρεοειδούς αδένα στην περίπτωση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού. Φάρμακα όπως τα διφωσφονικά και τα ασβεστιομιμητικά φάρμακα μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τη μείωση των επιπέδων ασβεστίου στο αίμα.
Η υπασβεστιαιμία μπορεί να οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων, όπως η ανεπάρκεια της βιταμίνης D, η οποία είναι απαραίτητη για την απορρόφηση του ασβεστίου.
Η πιο συχνή αιτία της υπασβεστιαιμίας είναι ο μετεγχειρητικός υποπαραθυρεοειδισμός (μετά από θυρεοειδεκτομή ή/και λεμφαδενικό καθαρισμό στην περιοχή του τραχήλου). Σπανιότερα μπορεί να οφείλεται σε αυτοάνοσο υποπαραθυρεοειδισμό που συχνά συνυπαρχει και με άλλες αυτοανοσίες, όπως θυρεοειδίτιδα Ηashimoto και επινεφριδική ανεπάρκεια.
Τα συμπτώματα της υπασβεστιαιμίας μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με τη σοβαρότητα της πάθησης και περιλαμβάνουν μυϊκές κράμπες ή σπασμούς, μούδιασμα στα χέρια και τα πόδια, επιληπτικές κρίσεις και σε σοβαρές περιπτώσεις καρδιακές αρρυθμίες.
Για τη σωστή θεραπεία της υπασβεστιαιμίας είναι απαραίτητο να βρεθεί η υποκείμενη αιτία. Ανάλογα με το αίτιο η θεραπεία περιλαμβάνει ασβέστιο, διαφορετικές μορφές της βιταμίνης D (καλσιτριόλη, αλφακαλσιδόλη), θειαζιδικά διουρητικά ή/και ανασυνδυασμένη παραθορμόνη.