Θυρεοειδής
αδένας
Επινεφρίδια
Σακχαρώδης Διαβήτης Μεταβολισμός
Μεταβολισμός ασβεστίου Οστεοπόρωση Παραθυρεοειδεις αδενες
Αναπαραγωγική Ενδοκρινολογία Εμμηνόπαυση
Υποφυση Υποθάλαμος
Ενδοκρινική Ογκολογία
Στο πεδίο της αναπαραγωγικής ενδοκρινολογίας εντάσσονται καταστάσεις όπως οι διαταραχές εμμήνου ρύσεως, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, η διερεύνηση του υπογόνιμου ζεύγους , οι διαταραχές ωορρηξίας, η στυτική δυσλειτουργία , καθώς και η δυσφορία φύλου. Αξιολογούνται ορμονικές μεταβολές που παρατηρούνται στα διαφορετικά στάδια της ζωής, , με χαρακτηριστικό παράδειγμα την εμμηνόπαυση.
Η ενδοκρινολογική εκτίμηση της εμμηνόπαυσης εστιάζει στη σφαιρική αξιολόγηση των ορμονικών αλλαγών και των επιπτώσεών τους στη συνολική υγεία της γυναίκας.
Περιλαμβάνει :
Η εμμηνόπαυση αποτελεί φυσιολογικό στάδιο της ζωής της γυναίκας και δεν θα πρέπει να συγχέεται με την πρώιμη εμμηνόπαυση ή την πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, οι οποίες αποτελούν παθολογικές καταστάσεις με διαφορετική αιτιολογία, κλινική σημασία και αντιμετώπιση.
Η πρώιμη εμμηνόπαυση αναφέρεται στην οριστική διακοπή της εμμήνου ρύσεως πριν από την ηλικία των 45 ετών, ενώ η πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια αφορά απώλεια της ωοθηκικής λειτουργίας πριν από τα 40 έτη και μπορεί να έχει διαλείπουσα ή μόνιμη πορεία. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται εξειδικευμένος ενδοκρινολογικός έλεγχος, τόσο για τη διερεύνηση των αιτίων όσο και για την πρόληψη μακροχρόνιων επιπλοκών, ιδιαίτερα σε επίπεδο οστικής και καρδιαγγειακής υγείας. .
Το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών είναι μια ορμονική διαταραχή που επηρεάζει γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Είναι μια κοινή πάθηση, που υπολογίζεται ότι επηρεάζει το 5-10% των γυναικών παγκοσμίως.
Η ακριβής αιτία του δεν είναι γνωστή, αλλά φαίνεται ότι σχετίζεται με έναν συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Για τη διάγνωση απαιτούνται δύο από τα παρακάτω κριτήρια: κλινική ή/και βιοχημική υπερανδρογοναιμία, διαταραχές περιόδου (αμηνόρροια ή αραιομηνόρροια), συγκεκριμένη υπερηχογραφική εικόνα στις ωοθήκες.
Σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2, αρτηριακή υπέρταση, καρδιαγγειακές παθήσεις και υπογονιμότητα. Η θεραπεία επικεντρώνεται συνήθως στη διαχείριση των συμπτωμάτων και στη μείωση του κινδύνου επιπλοκών και περιλαμβάνει απώλεια βάρους και άσκηση, φάρμακα για τη ρύθμιση των εμμηνορροϊκών κύκλων και τη μείωση των επιπέδων ανδρογόνων και θεραπείες γονιμότητας για γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν.
Στις μέρες μας 1 στα 8 ζευγάρια περίπου θα αντιμετωπίσουν προβλήματα γονιμότητας και καθυστέρηση στην επίτευξη εγκυμοσύνης. Σε μεγάλο ποσοστό αυτών των περιπτώσεων τα αίτια είναι ορμονικά.
Η διερεύνηση βασίζεται στη θεώρηση του ζευγαριού ως ενιαία μονάδα και απαιτεί συντονισμένη, παράλληλη αξιολόγηση και των δύο συντρόφων.
Η διαγνωστική προσέγγιση περιλαμβάνει αναλυτικό ιατρικό και αναπαραγωγικό ιστορικό, κλινική εξέταση και εξειδικευμένο εργαστηριακό έλεγχο. Στη γυναίκα αξιολογούνται η ωοθηκική λειτουργία, η ωορρηξία, καθώς και ενδοκρινολογικοί παράγοντες που επηρεάζουν τη γονιμότητα. Στον άνδρα, ο έλεγχος επικεντρώνεται στη σπερματογένεση, στη λειτουργία των όρχεων και σε ορμονικές ή άλλες υποκείμενες αιτίες ανδρικής υπογονιμότητας.
Η έγκαιρη και συστηματική διερεύνηση επιτρέπει τη διάγνωση δυνητικά αναστρέψιμων αιτίων και τη διαμόρφωση στοχευμένου θεραπευτικού πλάνου, με στόχο τη βελτιστοποίηση των πιθανοτήτων σύλληψης και την υποστήριξη του ζευγαριού σε κάθε στάδιο της αναπαραγωγικής του πορείας.